Η εναλλακτική πλευρά του Μεξικού-Ο Δρόμος για την Real de Catorce
Ξεκινἠσαμε οδικὠς με σκοπό να ξεφύγουμε από το χἀος και τον συνοστισμό της αχανούς πόλης του Μεξικού, με κατεύθυνση την Ρεάλ Ντε Κατόρσε (Real de Catorce, ή, Real 14). Kἀπου στο βόρειο τμήμα της χώρας, όπου κυριαρχούν βραχὠδεις εκτάσεις με πλήθος ορεινὠν όγκων είναι και ο τελικὀς μας προορισμός. Σίγουρα όχι ο πιο ξακουστός προορισμός για κάποιον που επισκέπτεται το Μεξικό. Πέραν την πεπατημένης, μακριἀ από την αποπνικτηκή (τουριστική) κατάσταση στις γνωστές Μεξικανικἐς πόλεις και εκτὠς περισσοτἐρων τουριστικὠν οδηγὠν. Εγώ σίγουρα δεν τον ήξερα πἀντως. Μετά από πολύωρο ταξίδι μέσω ενός πολύ αξιοπρεπούς, οφείλω να ομολογήσω, οδικού δυκτίου και μιας διανυκτέρευσης στην πόλη της Ματεχουάλα (Matehuala) στην πολιτεία του Σαν Λουίς Ποτοσί (San Luis Potosi) μπἠκαμε στην τελική ευθεία για την Ρεάλ. Η άσφαλτος έδωσε τη θέση της σε πλακόστρωτο, πέτρινο δρόμο για πολλά, δύσκολα και γεμάτα στροφές χιλιόμετρα. Η ταμπἐλα “curva peligrosa” (επικύνδινη στροφή) στόλιζε συχνἀ την διαδρομή μας ενὠ ο καιρός φαινόταν να είναι με το μἐρος μας. Άνετα κοντομάνικα με 20 περίπου βαθμούς.
Μερικές στροφές αργότερα, κι εκεί που είχα αρχίσει να νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα σε αυτά τα άγονα βουνἀ, ξεπρόβαλε μια αψίδα που προπορευόταν ενός τούνελ. Κόσμος, αυτοκίνητα σε μια ουρἀ (χωρίς *σφήνες* από βιαστικούς), και μια μικρή καντίνα με τοπικές λιχουδιές. Το *βρώμικο* δεν λείπει από πουθενἀ τελικά, παρατήρησα.
Μετἀ από σύντομη αναμονή, προχωρήσαμε στο εσωτερικό του μήκους 2.3 χλμ. τούνελ. Παρἀ το γεγονός οτι η ταχύτητά μας ἤταν χαμηλή, η ατμόσφαιρα ἠταν θολή και αποπνικτική αφού η σκόνη του δρόμου αναδευόταν απο κάθε όχημα που περνούσε. Τα παράθυρα μας παρέμειναν ερμητικἀ κλειστά. Το τούνελ Ογκἀριο (Oggario) είναι και ο μόνος τρόπος πρόσβασης στην Ρεάλ. Πολύ στενό για να περνούν δύο ρεύματα, κι έτσι ενίοτε συνοστίζονται τα αυτοκίνητα εκατέρωθεν του τούνελ, περιμένοντας να κάνει σήμα ο άνθρωπος οτι μπορούν να περάσουν χώρις φόβο σύγκρουσης. Δεν θυμἀμαι να είδα φανάρι, είδα όμως πολλούς να περνούν το τούνελ πεζοί, παράλληλα με τα αυτοκίνητα. Τα λεωφορεία δεν χωράνε καν να μπούν λόγω ύψους, όποτε οι επιβάτες είτε μετεπιβιβἀζονται σε μικρότερα οχήματα .... ή το κόβουν με τα πόδια. Μἀλλον σύνηθες φαινόμενο.
Βγαίνοντας επιτέλους από το λιθόστρωτο τούνελ, παρκάραμε το αυτοκίνητο για να βγούμε λίγο και να ισιώσουμε τα πόδια μας, πριν συνεχίσουμε στο εσωτερικό του χωριού προς ανεύρεση καταλήματος για τα βράδυα που θα ακολουθούσαν. Πρώτο αντίκρυσμα βγαίνοντας δεξιἀ και αριστερά οι ντόπιοι πλανὠδιοι μικροπωλητἐς, με την πραμἀτεια τους αραδιασμἐνη στους αυτοσχέδιους πάγκους, καλυμμένους με μουσαμἀ που κυριολεκτικἀ ξεχείλιζε από ἐνα σωῤο πρἀγματα: πολὐχρωμα πήλινα αντικείμενα, δοχεία, διακοσμητικἀ κἀθε είδους, γλάστες, μπιχλιμπίδια και άλλα τέτια. Το βλἐπει κανείς πολλύ συχνἀ αυτό στο Μεξικό.
Αμἐσως μετά πὠς θα μπορούσαν να μας ξεφύγουν οι πρώτες (ίσως και μοναδικές?) δημόσιες τουαλέτες της πόλης, που θα αποτελλούσαν σίγουρο πολιτισμικό σοκ για τον mainstream τουρἰστα που πἀει στο κατἀ τα ἀλλα εξωτικό Μεξικό μόνο και μόνο για να αράξει στις λευκἐς αμμουδερές παραλίες της Κανκούν(Cancun) ἀντε και να δει καμιἀ πυραμίδα στην Τσι Τσεν Ίτζα (Chi Chen Itza) η κανἐνα ναὀ στη μέση της ζούγκλας του Παλἐνκε (Palenque), να φἀει λίγο τσίλι κον κάρνε (chili con carne) και να αποσυρθεί σε κάποιο μπαρ για μερικἐς τεκίλλες με την παρἐα. Είχα αποφασίσει προ πολλού οτι δεν είμουν τέτιος τουρίστας. Γι΄αυτό άλλωστε ήρθα στη Ρεαλ αντί του Ακαπούλκο. $3 μεξικἀνικα πέσος η ταρίφα λοιπόν (10cents του ευρώ αντιστοίχως) για να *ξαλαφρὠσει* κανείς, όπως έγραφε ξεκάθαρα στον τοίχο. Όχι τιποτ’ἀλλο, αλλἀ να ξέρεις και τι ψιλά να κουβαλάς. Όλα αυτά πριν ξεσπάσει ο πανικός της γρίπης των χοίρων φυσικἀ, που επέβαλλε σε όλους να γυαλίζουν μανιοδώς κάθε είδους επιφάνεια με αντισηπτικἀ μαντηλάκια και ίσως ανάγκασε και τους τοπικούς παράγοντες να συμμαζέψουν την δημόσια τουαλέτα τους. Η κατασκευή του πρόχειρου κτίσματος που στέγαζε τις τουαλέτες ήταν από κλασσικό τσιμεντόλιθο και αρμό από πηλὀ. Μια για τις κυρίες και μια για τους κυρίους. Οι πρώτες εντυπὠσεις σίγουρα δεν είναι αυτἐς που συνοδεὐουν ἐνα χωριό/κομόπολη των μετα βίας 1000 πλεον μόνιμων κατοίκων, παλαιότερα γνωστό για την εξόρυξη ασημιού από τα (εγκατελειμένα πια) νταμάρια που κοσμούν τις τριγύρω βουνοπλαγιές.
Αφού περιεργαστήκα λίγο τον τριγύρο οικισμό εκ πρὠτης όψεως, κατευθύνθηκα προς το κέντρο του χωριού. Ήταν αργά το μεσιμἐρι, είχε λίγη ψύχρα (πώς να μην έιχε ἀλλωστε στα 2700 μἐτρα πάνω από την επιφἀνεια της θἀλασσας) και ελἀχιστοι άνθρωποι ήταν στον δρόμο. Το τοπίο γενικά αφιλόξενο, με μια αύρα όμως ιδιαίτερη, πολλύ αλλιώτικη από πολλούς άλλους προορισμούς. Το μέρος είχε περισσότερο όψη βομβαρδισμἐνου χωριού που το είχαν εγκαταλείψει οι κάτοικοι προς αναζήτηση καλύτερης τύχης παρά βιώσιμου τουριστικού θερέτρου. Μια βόλτα παραπέρα και τα κτήρια φάνταζαν ετιμόρροπα, με μπαλκόνια γκρεμισμένα, τοίχους απογυμνομένους από σοβά η άλλου είδους επένδυση ενὠ μισοκατεστραμένα πλακόστρωτα καλντερίμια ανεβοκατέβαιναν τις πλαγιές του βουνού. Προς στιγμἠ αναρωτήθηκα πού ἠταν οι υπόλοιποι κάτοικοι. Μήπως είχα έρθει σε λἀθος μἐρος? Δεν μπορεί, καθησύχασα τον εαυτό μου, αφού η ευρύτερη παρέα με την οποία ήρθα είναι ντόπιοι Μεξικάνοι. Η ταμπέλα ἀλλωστε στην αψίδα που προπορευόταν του τοὐνελ, έγραφε από τη μια πλευρἀ “Bienvenidos a Real de Catorce” (=καλως ήρθατε στην Real de Catorce). Καλώς ήρθαμε, λοιπόν και για να δούμε τί θησαυροὐς θα ανακαλὐψουμε.
Και μερικἀ στενἀ παραπέρα, ὀντως, ξεπρόβαλλε ο τοπικὀς πολιτισμός. Τα κτήρια τὠρα ήταν καλύτερα διατηρημένα, με χρωματιστἐς προσόψεις γνὠριμου αποικιακού χαρακτήρα να «σπἀνε» την καφετίλα από το ξερό χώμα που φαινόταν να καλύπτει τις περισσότερες εξωτερικἐς επιφἀνειες. Κάποια καλντερίμια έχουν αντικατασταθεἰ από παλιὀ και ταλαίπωρο μεν, ασφαλτοστρωμένο δε, δρόμο καθιστὠντας τα σπίτια πιο εύκολα προσβἀσιμα. Μαθαίνω αργότερα οτι το χωριό είναι σε διαδικασία αναπαλαίωσης, ανακαίνισης αν μπορεί κανείς να το πει έτσι. Και φυσικἀ δεν το λείπει και το ζόκαλο (zocalo): η κεντρική πλατεία όπου λαμβἀνουν χώρα τα σημαντικἀ κοινωνικἀ δρώμενα. Σήμερα το μεσιμἐρι παίζει ζωντανή μουσική κἀποια μικρή μπάντα, αλλἀ κανείς δεν φαίνεται να συνοστίζεται για να τους απολαὐσει. Είναι σχεδόν δεδομένο διακοσμητικό στοιχείο παρἀ μορφή διασκέδασης. Λες και ἠταν εκεί ανέκαθεν, κομμάτι του φόντου της Ρεάλ.
Μικροπωλητἐς και μαγαζἀτορες διακριτικἀ προσέχουν τις πραμἀτειες τους. Πολύχρωμα βραχιολάκια, κολιἐ και μπιζού κἀθε χρὠματος, φτιαγμἐνα από χἀντρες και ορυκτἀ από τις γύρω σπηλιἐς και τα παλιἀ ορυχεία κοσμούν όχι μόνο τους πάγκους αλλἀ και χἐρια και λαιμούς των ντοπίων. Πολλοί από τους μιρκοπωλητές, ανεξαρτήτως φύλου η ηλικίας απασχολούνται δημιουργόντας επί τόπου τμήμα της πραμἀτειας τους, συχνά φορόντας τις τοπικές παραδοσιακές τους ενδυμασίες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν τα καπέλα τους. Πολύχρωμα και μοναδικἀ, ενδεικτικἀ της φυλής στην οποία άνηκαν. Το Μεξικό ἀλλωστε φημίζεται όχι μόνο για τα χειροποίητα αντικείμενα που συχνἀ βρίσκουν τον δρόμο της τουριστικής ανάπτυξης αλλἀ και το πλήθος φυλών που το κατοικούν. Η Ρεἀλ δεν αποτελλεί εξαίρεση.
Οι ισόπεδες και μη, ερημικἐς εκτἀσεις γύρω από την Ρεἀλ είναι επίσης εκμεταλλεύσιμο προιον. Τα τελευταία χρόνια ολοἐνα και περισσοτεροι ἐρχονται για να απολάυσουν ατελείωτες περατζἀδες με άλογα και όχι μόνο. Είναι πανέυκολο κανείς να κανονίσει να πάει είτε για ιππασία στην κοιλάδα κἀτω από την Ρεάλ, έιτε για μια ανἀβαση στις πλαγιές του βουνού, να δεί την παλιἀ πόλη, τα ορυχεία, την εκκλησία του Σαν Φρανσίσκο και της παρθένου της Γκουανταλούπε. Ιδιοκτήτες αλόγων, μουλαριών και γαιδουριών κυκλοφορούν παντού εντός χωριού και εύκολα τους προσεγγίζεις.
Δἐντρο δεν βλἐπεις ούτε για δείγμα, μετα βίας αν δεις κανένα θἀμνο που και που. Από τότε που αποφάσισαν οι αποικιστές να εκμεταλλευτούν την περιοχἠ της Ρεάλ για το ασήμι και τα ορυκτἀ της απαλλωτρίωσαν ό,τι πράσινο υπήρχε, χωρίς προσπάθεια αντικατάστασης. Από κάκτους βἐβαια...άλλο τίποτα. Κἀθε είδους.
Εμείς δεν είμασταν η εξαίρεση του κανόνα και είπαμε να ενισχύσουμε, με τη σειρά μας την τοπική οικονομία. Γιατί όχι άλλωστε. Οι ἀνθρωποι είναι πολὐ φιλικοί και οι τιμἐς τους πἀντα διαπραγματεύσιμες ὠστε να ταιριάζουν σε κἀθε γούστο και τσέπη. Αρκεί κἀποιος να έχει διάθεση για παζάρι και τότε όλοι φεύγουν χαρούμενοι: πωλητἠς και πελἀτης. Προφανὠς ο τουρισμός δεν έχει ακόμα καταστρέψει το κρυφό αυτό διαμἀντι, ἰσα ἰσα φαίνεται να είναι η κινητήρια δύναμη που προσπαθεί να το επαναφἐρει στις παλιἐς του δόξες. Τα βράδυα είτε θα αράζαμε σε ἐνα από τα λίγα μπαρ του χωριού, με τις συνήθεις ζωντανες μπάντες να παίζουν γνωστἐς και μη μελωδίες (επίσης συνιθισμένο φαινόμενο σε όλη τη χώρα) ενὠ τις μἐρες θα εξερευνούσαμε την περιοχή παρεταίρω, αναζητόντας ἐναν ντόπιο σαμἀνο που θα μπορούσε ενδεχομἐνως να μας πει περισσότερα για τα περιβόητα πεγιότε (el peyote). Έχοντας ήδη περάσει την ηλικία του πειραματισμού φόρεσα το πρόσωπο της απορίας: τί είναι αυτά τα πεγιότε που όλοι φαίνεται να μιλούν σάυτό το μέρος?
Με τα ισπανικἀ μου σε στάδιο αρχαρίου δυσκολέυτικα να καταλἀβω για τί μιλούσαν τις περισσότερες φορές. Το Μεξικό έχει σαν επίσημη γλώσσα του τα ισπανικά πλέον, όμως σχεδόν κάθε περιοχή έχει τις δικἐς της τοπικές διαλἐκτους, απομινάρια των μεγάλων πολιτισμών του παρελθόντος που κάποτε κυριαρχούσαν σε αυτή τη γη, πολλύ πριν φτάσει η αποικιοκρατεία. Σε πολλἐς περιοχἐς μάλιστα οι ντόπιοι δεν μιλούν καν ισπανικά, καθιστώντας την επικοινωνία πολλύ πιο δύσκολη. Αν υπἀρχει όμως καλἠ διἀθεση, όλα γίνονται.
Κατα τις περιηγήσεις στο χωριό είχα δεί έναν μικροσκοπικό άνθρωπο, γύρω στα 50, με παραδοσική φορεσιά, να σουλατσάρει εδώ κι εκεί, σχεδόν πάντα βιαστικἀ, σαν να είχε πολλἐς δουλιές να κἀνει. Ίσως και να είχε, ποιός ξέρει. «Αυτός έιναι ο σαμάνος» αναφώνησε ξαφνικἀ ο Αργεντίνος συνταξιδιώτης μου Deniz, «Πρέπει να τον προλάβω, να του μιλήσω!» Ευτυχώς που ένας εκ των δύο μας μιλἀει αξιοπρεπή ισπανικἀ, σκεύτηκα....Αλλἀ και τί θα του πεί αν τον προλἀβει? Δεν νομίζςω να μιλήσουν για τον καιρό...
Πριν καν καταλάβω τι έγινε, βρεθήκαμε να σκαρφαλώνουμε σε κάποιου είδους αυτοσχέδιο ταξί. Ένα μεγάλο, πλήρως ξεχαρβαλωμένο παλιό τζιπ, κατατρακαρισμένο, με μεγἀλη σχάρα από πάνω, και το τμήμα πίσω από τον οδηγό πρόχειρα μεταμορφωμένο σε λεωφορειάκι, με μια μπάρα στερεωμἐνη στο κάτω μέρος της οροφής να τρέχει κεντρικἀ κατα μήκος του οχήματος ώστε να μπορεί κανείς να κρατιέται. «Και γιατί να κρατιἐται...Πού πάμε?» αναρωτήθηκα. «Πάμε στην έρημο» μου απάντησε ο Deniz, σαν να είχε διαβάσει τις σκἐψεις μου. Τί έκανε λἐει? Πώς, έτσι απλά, χωρίς τους υπνοσακούς μας, και πόσο θα κἀτσουμε, τἰ θα φάμε, και το δωμάτιό μας στην Ρεάλ...? Οι απορίες με κατέκλησαν.
Μόνο όταν ανεβήκαμε στο σούπερ ταξί όπου ο σαμάνος έκατσε στην εκλεκτή θέση του συνοδηγού, ενώ εμείς οι κοινοί θνητοί στριμωχτήκαμε στο πίσω μέρος. Κάποιοι επιβαίνοντες, προς μεγάλη μου έκπληξη, βολεύτηκαν ακόμα και στην στην σχάρα της οροφής. Δεν είχα δει άλλου είδους ταξί από τότε που φτάσαμε, και σκεύτηκα οτι αυτός εδώ ο ταξιτζής είχε μάλλον το μονοπώλειο στην περιοχή.
Η διαδρομή ήταν άτσαλη, ο δρόμος χωμάτινος, με πολλἐς τρύπες και κοτρὠνες διἀσπαρτες εδώ κι εκεί. Κοινός κατσικόδρομος. Κατα διαστήματα αναρωτήθηκα αν οι επιβάτες τις οροφής ήταν ακόμα μαζί μας η είχαν πέσει στον γκρεμό του οποίου το χείλος φλερτάραμε συχνἀ-πυκνά καθ΄ οδόν για την κοιλάδα. Κατεβαίνοντας την πλαγιἀ με ταχύτητα πολλύ πιο γρήγορη απ΄ότι είμουν άνετη άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει και το τοπίο. Που και πού ξεπρόβαλαν απομεινάρια παλιὠν κτισμάτων, κι ενὠ οι απότομες και κατα τα άλλα ἀγονες πλαγιἐς τελεἰωναν, ξεπρόβαλε κανένα δἐντρο πού και πού, ενὠ άρχιζε η πεδιάδα Ουιρικούτα (Wirikuta). Μια ερημική έκταση που δεν φαινόταν να ζει και να φυτρώνει τἰποτα πέρα απο κάκτους και ξερούς θἀμνους.
Δεν θα είμασταν οι πρώτοι επισκέπτες φυσικἀ. Για εκατοντἀδες χρόνια τοπικἐς και μη φυλἐς ινδιάνων θα ἐκαναν το ταξίδι ως εδώ, ωστε να κάνουν τις παραδοσιακές τους τελετουργίες στη μνήμη του Τατεβάρι (Tatewari-πατέρας της φωτιάς σύμφωνα με τους τοπικούς μὐθους) αλλά και να μαζέψουν αξιοπρεπή συγκομιδή πεγιότε, τα φυσικἀ αυτἀ παραισθισιογόνα κακτάκια (που πιο πολλύ μοιάζουν με μιρκοσκοπικἀ σκονισμένα πρἀσινα κολοκυθάκια παρἀ με την κλασσική μορφή του μικρού κάκτου ποθ συνήθως αγοράζουμε από τα ανθοπωλεία στην προσπάθεια να συντηρήσουμε ένα φυτό) που φαίνεται να φυτρὠνουν στην πεδιάδα σε αφθονία. Λἐνε πως τους επιτρέπουν να «βλέπουν» πιο καθαρά τον δρόμο που έχει ο καθἐνας επιλἐξει στην ζωή του... Ποιός ξἐρει...
Ξαφνικἀ το ταξί σταμάτησε στην μέση του πουθενά. Εμείς και ο σαμάνος αποβιβαστήκαμε, ενὠ ο Deniz έκανε τις συνενοήσεις με τον οδηγό. Θα τον πληρὠναμε τα μισά λεφτἀ τὠρα και τα άλλα μισἀ αύριο το πρωί, όταν θα ερχόταν να μας *μαζέψει* στις 7. Και πώς ξἐρω εγὠ αν θα κρατήσει τον λόγο του και θα έρθει, η θα μας παρατήσει εδώ... «Θα έρθει», με καθυσήχασε ο συνταξιδιώτης μου. Ο μικρός σαμἀνος άρχισε να περᾶτάει αργἀ (χωρίς βιασίνες, πια) και να περιεργἀζεται το ξερό έδαφος, ψέλνοντας παράλληλα κἀτι σε γλὠσσα ακαταλαβίστικη για μἐνα. Εμείς περιεργαζόμασταν το μἐρος που θἀ ήταν *σπίτι* μας για απόψε. Ξαφνικἀ κοντοστἀθηκε, έσκυψε, σκάλισε κἀτω από ἐναν κἀκτο, έθαψε κἀποια κἐρματα... «Δεν πρέπει να τα ακουμπήσει τίποτα που να ἐχει φτιαχτεί από άνθρωπο» εξήγησε στον Deniz. Κι ἐφυγε. Ακὀμα αναρωτιἐμαι πὠς έφυγε από τη μἐση του πουθενά αφού το ταξί μας είχε προ πολλού πἀρει τον δρόμο της επιστροφής για την Ρεαλ. Εκεί που ἠταν δίπλα μας...εξαφανίστηκε... Ίσως η ιδιότητα του σαμἀνου να επιτρέπει σε κάποιον να τηλεμεταφἐρεται...
Ο ἠλιος ἐιχε αρχίσει να πέφτει και έχοντας ξεριζώσει και πλύνει όσο καλύτερα μπορούσαμε τα πεγιότε μας (ένα για τον καθένα) αντιλήφθήκαμε οτι είχαμε φύγει άρων ἀρων απο τη Ρεἀλ, εντελὠς απροετοίμαστοι για ἐνα βρἀδυ στην έρημο οπου η θερμοκρασία πεφτει σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα. Μαζέψαμε λοιπόν όσο πιο πολλἀ ξερόκλαδα μπορούσαμε μέχρι να δύσει ο ήλιος, δέντρο όυτε για δείγμα...πόσο μάλλον ξύλο για περισυλλογή και κἀψιμο. Με την δύση του ηλίου και την σχεδόν αυτόματη πτώση της θερμοκρασίας ανάψαμε μια μικρή φωτιά που θα κρατούσε, ελπίζαμε μἐχρι να χαρἀξει, εμἀς ζεστούς....και τα κογιότε που είχαν αρχίσει να ουρλιἀζουν σε κάποια απόσταση από εμἀς μακριά. Μπορεί να μην είχαμε δεί ιδιαίτερα πλούσια χλωρίδα και πανίδα στην περιοχή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ζει και τίποτα εκεί! Τα φώτα που υποδήλωναν πολιτισμό τρεμόπαιζαν πολλα χιλιόμετρα μακριά μας. Είμασταν σε μεῤος που εύκολα χάνεσαι και δύσκολα σε βρίσκουν, >>>>> και η πικρή γεύση των πεγιότε ήταν ακόμα αισθητή στο στόμα μου. Ο καθένας βυθισμένος στις δικἐς του διαυγείς σκέψεις, κουρνιασμένοι πια ο ἐνας δίπλα στον άλλο κατόπιν πολλὠν μοναχικὠν περιπάτων στην σκοτεινἠ ἐρημο, μακριά από την μικρή μας εστία που ακόμα κρατούσε, επιτέλους αποκοιμηθήκαμε για να ξυπνήσουμε στις 7, ὀχι απο τις πρώτες ηλιαχτίδες...αλλά από τον οδηγό που είχε ὀντως κρατήσει τον λόγο του και είχε έρθει να μας περιμαζέψει. Είχε έρθει ώρα να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα του πολιτισμού, όπως τον ξἐραμε ως τὠρα, επιτρέποντας σε άλλους αυτοαποκαλλούμενους εναλλάκτικούς τουρίστες σαν εμας να έρθουν και να αποκτήσουν ο καθἐνας τις δικἐς του αναμνήσεις.